Συνδέονται οι όροι ανεξαρτησία άνευ όρων οικονομικής αξιολόγησης και ανεξαρτησία άνευ όρων εργασίας;

Αν δεν θέλουμε οικονομική αξιολόγηση με βάση το εισόδημα, είναι σημαντικό να απορρίψουμε την οικονομική αξιολόγηση με βάση την εργασία. Συνδυάζοντας τις  δύο τελευταίες ανεξαρτησίες που έχουν ήδη συζητηθεί – την απουσία της αξιολόγησης με βάση το εισόδημα και την απουσία της αξιολόγησης με βάση την εργασία – καθίσταται δυνατή η σύντομη διατύπωση του πυρήνα που κάνει το βασικό εισόδημα ιδιαίτερα σημαντικό υπό τις παρούσες συνθήκες. Εκ πρώτης όψεως, υπάρχει απόλυτη ανεξαρτησία μεταξύ των δύο αυτών ανεξαρτησιών, δηλαδή ανάμεσα στην απουσία αξιολόγησης με βάση το εισόδημα και την απουσία αξιολόγησης με βάση την εργασία. Ωστόσο η δύναμη της πρότασης του βασικού εισοδήματος εξαρτάται σε αποφασιστικό βαθμό από τον συνδυασμό αυτών των δύο. Η κατάργηση της οικονομικής αξιολόγησης με βάση το εισόδημα, όπως είδαμε, είναι στενά συνδεδεμένη με την αφαίρεση της παγίδας της ανεργίας (των δύο κύριων διαστάσεων της), και ως εκ τούτου, με την δημιουργία μιας δυναμικής για την προσφορά και την αποδοχή χαμηλά αμειβομένων θέσεων εργασίας οι οποίες επί του παρόντος δεν υπάρχουν. Ωστόσο, ορισμένες από αυτές τις θέσεις εργασίας μπορεί να είναι απαίσιες, ταπεινωτικές  και  χωρίς προοπτική, και δεν πρέπει να προωθούνται. Άλλες θέσεις εργασίας είναι ευχάριστες, με πολλές προοπτικές, και αξίζουν ακόμα και αν η αμοιβή για αυτές είναι χαμηλή, λόγω της εγγενούς αξίας τους ή της εκπαίδευσης που παρέχουν. Ποιος μπορεί να καταλάβει την διαφορά αυτών;  Σίγουρα όχι οι νομοθέτες  και οι γραφειοκράτες, αλλά οι εργαζόμενοι, οι οποίοι γνωρίζουν πολλά περισσότερα από τους υψηλά ιστάμενους, για τις  αμέτρητες  πτυχές της εργασίας που κάνουν ή που προτίθενται να αναλάβουν. Έχουν τη γνώση που θα τους επιτρέψει να κάνουν αυτή την διάκριση , αλλά όχι πάντα τη δύναμη να το κάνουν,  ειδικά εάν έχουν μη περιζήτητα προσόντα ή περιορισμένη κινητικότητα. Ένα βασικό εισόδημα άνευ όρων εργασίας,  προικίζει τους  πιο αδύναμους  με διαπραγματευτική ισχύ όπου ένα εγγυημένο εισόδημα με βάση την εργασία  δεν το κάνει. Με άλλα λόγια, η ανεξαρτησία άνευ όρων εργασίας αποτελεί βασικό μέσο για την πρόληψη της ανεξαρτησίας άνευ όρων οικονομικής αξιολόγησης από τον πολλαπλασιασμού των άσχημων θέσεων εργασίας. Εάν δεν υπάρχει οικονομική αξιολόγηση, τότε δεν χρειάζεται να υπάρχει και αξιολόγηση του κριτηρίου της εργασίας. Ταυτόχρονα, τα κίνητρα εργασίας που συνδέονται με την ανεξαρτησία άνευ όρων οικονομικής αξιολόγησης κάνει την αξιολόγηση με βάση την εργασία λιγότερο δελεαστικό ως μέσο για την ανακούφιση του φόβου ότι επιδόματα χωρίς αντιστάθμισμα θα μπορούσαν να στηρίξουν μια αδρανή κατώτερη τάξη. Ελλείψει μιας αξιολόγησης με βάση την οικονομική κατάσταση, η διάρθρωση της φορολόγησης και των επιδομάτων  αναμένεται να είναι τέτοια ώστε οι δικαιούχοι να μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τα διαθέσιμα εισοδήματα τους από την εργασία, ακόμη και σε θέσεις χαμηλόμισθες  ή μερικής απασχόλησης , και χωρίς να παγιδεύονται σε τέτοιες θέσεις εργασίας εφόσον βελτιώσουν τις ικανότητές τους, ή αυξήσουν τον χρόνο εργασίας τους. Η επιστροφή στον εργασιακό χώρο συνεπώς θα διευκολύνεται και θα ενθαρρύνεται, και, για όσους φοβούνται διχοτόμηση της κοινωνίας σε εργαζόμενους και μη εργαζόμενους,  θα υπάρχει πολύ μικρότερη ανάγκη να επιμείνουμε στην σύζευξη του δικαιώματος για το επίδομα με κάποια υποχρέωση (να είναι διαθέσιμοι για) εργασία. Για να το θέσω (λίγο πολύ) συνοπτικά: Ακριβώς όπως η ανεξαρτησία άνευ όρων εργασίας αποτρέπει την ανεξαρτησία άνευ όρων οικονομικής αξιολόγησης από την  απαράδεκτη υποστήριξη της εκμετάλλευσης (που θα έκανε εάν επιδοτούσε άθλιες  χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας υπό την απειλή της διακοπής του επιδόματος), ομοίως η ανεξαρτησία άνευ όρων οικονομικής αξιολόγησης εμποδίζει την ανεξαρτησία άνευ όρων εργασίας από την απαράδεκτη προώθηση του αποκλεισμού (που θα έκανε καλώντας κάποιον να μην θεωρεί ως προβληματικό ένα σύστημα που αποσυνδέει τους λιγότερο παραγωγικούς  από οποιαδήποτε συμμετοχή στην αγορά εργασίας με την εξάλειψη των  θέσεων εργασίας χαμηλής παραγωγικότητας). Οι δύο κύριες ανεξαρτησίες του Βασικού Εισοδήματος είναι λογικά αυτόνομες, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένες ως συστατικά μιας ισχυρής πρότασης.