Πρέπει το Βασικό Εισόδημα να καταβάλλεται ανεξάρτητα από τη παρούσα απόδοση στην εργασία;

Το δικαίωμα σε ένα εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα, εξ ορισμού, δεν περιορίζεται σε όσους έχουν εργαστεί αρκετά στο παρελθόν, ή έχουν καταβάλει αρκετές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης ώστε να δικαιούνται παροχές ασφάλισης. Από τον Juan Luis Vives (1526) και μετά, όμως, οι πρώτες παραλλαγές του συχνά συνδέονταν με την υποχρέωση του ατόμου να εκτελέσει κάποιου είδους κοπιαστική εργασία, είτε σε κάποιο παλιομοδίτικο και ελάχιστα γνωστό πτωχοκομείο ή στο ευρύτερο φάσμα του σύγχρονου ιδιωτικού η δημοσίου εργασιακού τομέα. Όντας άνευ όρων, ένα βασικό εισόδημα είναι άκρως αντίθετο με αυτού του είδους τα εγγυημένα εισοδήματα που συνδέονται στενά με εγγυημένη απασχόληση. Διαφέρει επίσης από τις παροχές λόγω εργασίας που προορίζονται μόνο για νοικοκυριά, στα οποία  τουλάχιστον ένα εκ των μελών τους έχει αμειβόμενη απασχόληση, όπως το American Earned Income tax Credit ή το πιο πρόσφατο Working Families Tax Credit στο Ηνωμένο Βασίλειο.  Επειδή ακριβώς αφαιρείται η παγίδα της ανεργίας – δηλαδή με την παροχή κινήτρων στους δικαιούχους ώστε να εργασθούν  – το βασικό εισόδημα (ή αρνητικός φόρος εισοδήματος) μπορεί να ερμηνευθεί και να χρησιμοποιηθεί ως επίδομα στην εργασία ή ως αύξηση των αποδοχών. Αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το ρόλο. Η ανεξαρτησία του από όρους, το διαφοροποιεί από κάθε είδους επιδότηση της απασχόλησης, όσο ευρεία και αν είναι.