Πρέπει το Βασικό Εισόδημα καταβάλλεται ανεξαρτήτα από της προθυμία του ατόμου για εργασία;

Το ΒΕ επίσης διαφοροποιείται από τα συμβατικά συστήματα εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος,  τα οποία τείνουν να περιορίζουν το δικαίωμα όσων είναι πρόθυμοι να εργαστούν, υπό κάποια έννοια. Το ακριβές περιεχόμενο αυτού του περιορισμού διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις, διαφέρει από τη μια τοπική αρχή στην άλλη, μέσα στην ίδια χώρα. Είναι πιθανό να συνεπάγεται ότι πρέπει κανείς να αποδεχτεί μια κατάλληλη θέση εργασίας όταν προσφέρεται, με διακριτική ευχέρεια της διοίκηση ως προς το τι «κατάλληλη» σημαίνει, είτε σε σχέση με την τοποθεσία ή τις απαιτούμενες δεξιότητες· ή ότι κάποιος πρέπει να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται ενεργά για εύρεση εργασίας· ή ότι κάποιος πρέπει να αποδεχτεί και να τιμήσει μια «σύμβαση εισαγωγής», είτε συνδέεται με αμειβόμενη εργασία, εκπαίδευση ή με κάποια άλλη χρήσιμη δραστηριότητα. Αντίθετα, ένα βασικό εισόδημα καταβάλλεται ως δικαίωμα – και όχι υπό ψευδή προσχήματα – σε νοικοκυρές, φοιτητές και άστεγους. Ορισμένες ενδιάμεσες προτάσεις, όπως αυτή του Anthony Atkinson του (1993a, 1993b, 1996, 1998), για το «εισόδημα συμμετοχής», επιβάλουν μια γενική προϋπόθεση κοινωνικής προσφοράς, η οποία μπορεί να εκπληρωθεί με πλήρη ή μερική απασχόληση μισθωτής εργασίας ή αυτοαπασχόληση, με εκπαίδευση , με κατάρτιση ή  αναζήτηση εργασίας, με κατ ‘οίκον φροντίδα για τα μικρά παιδιά ή τα αδύναμα ηλικιωμένα άτομα, ή με την τακτική εθελοντική εργασία σε μια αναγνωρισμένη οργάνωση. Όσο πιο ευρεία είναι η ερμηνεία αυτής της προϋπόθεσης τόσο μικρότερη είναι η διαφοροποίηση από το βασικό εισόδημα.