Είναι φθηνότερο να τα «δίνουμε στους τεμπέληδες»;

Όπως αναγνωρίζεται πλήρως από τους υποστηρικτές της ανταποδοτικής κρατικής πρόνοιας (π.χ. Kaus 1990), αν η προϋπόθεση της θέλησης-για-εργασία επιβληθεί, θα πρέπει να δικαιολογείται από ηθικής ή πολιτικής πλευράς, και όχι βάσει ενός σαθρού κοστολογικού επιχειρήματος εμπνευσμένου από την αναξιόπιστη υπόθεση ότι ένα επίδομα σε συνδυασμό με την εργασία είναι κατ ‘ανάγκη φθηνότερο από ό,τι το επίδομα χωρίς αυτήν. Το γεγονός ότι η ανταποδοτική κρατική πρόνοια είναι πιθανό να κοστίζει περισσότερο από την κοινωνική πρόνοια, δεν σημαίνει ότι όσοι «δεν μπορούν να βρουν δουλειά»  θα πρέπει να αφήνονται να σαπίσουν στην απομόνωση και την αδράνεια τους.  Μπορεί και πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να τους βοηθήσουμε να βγουν από αυτές, συγκεκριμένα με τη δημιουργία μιας κατάλληλης δομής κινήτρων και ευκαιριών,  ένα είδος  καθολικού βασικού εισοδήματος με στόχο να συμβάλει στη δημιουργία, άσχετα με τον εάν η προϋπόθεση της θέλησης-για-εργασία συνυπάρχει με αυτό. Η δημιουργία μιας τέτοιας δομής είναι δαπανηρή, όπως θα δούμε σύντομα, αλλά προσθέτοντας μια αξιολόγηση με βάση την εργασία δεν θα τη κάνει φθηνότερη – το αντίθετο μάλιστα. Και η απουσία μιας τέτοιας αξιολόγησης, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να είναι αυτό που θέτει σε κίνδυνο την οικονομική προσιτότητα του βασικού εισοδήματος.