Είναι το Βασικό Εισόδημα (ΒΕ) οικονομικότερο από τον Αρνητικό Φόρο Εισοδήματος (ΑΦΕ);

Το  μέγεθος της πραγματικής διαφοράς μεταξύ του βασικού εισοδήματος και του αρνητικού φόρου εισοδήματος εξαρτάται από τον περαιτέρω προσδιορισμό  των διοικητικών διαδικασιών. Θα συρρικνώνεται, για παράδειγμα, αν οι φόροι επιβάλλονται στην πηγή κατά  ένα pay-as-you-earn σύστημα (αντί μόνο έπειτα από την επεξεργασία των επιστροφών φόρου), ή εάν οι φορολογικές υποχρεώσεις αξιολογούνται σε εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση, αντί για ετήσια βάση, ή εάν ο καθένας δικαιούται, στο πλαίσιο ενός συστήματος ΑΦΕ, προκαταβολή της πιθανής πίστωσης φόρου (με την επιφύλαξη διορθώσεων εκ των υστέρων), ή αν ο καθένας έχει το δικαίωμα, στο πλαίσιο ενός συστήματος BI,  να πάρει το BI ως έκπτωση φόρου αντί μετρητών. Αλλά ακόμα και στην πιο κοντινή παραλλαγή, εξακολουθεί να υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός σύστημα που λειτουργεί, εξ ορισμού, «εκ των προτέρων», και ενός που λειτουργεί, εξ ορισμού, «εκ των υστέρων». Κάθε εναπομένουσα διαφορά θα θεωρηθεί ως πλεονέκτημα για τη παραλλαγή του βασικού  εισοδήματος σε σχέση με τη πρώτη διάσταση της παγίδας της ανεργίας που συνδέεται με την αβεβαιότητα. Ωστόσο, σε σχέση με την υποτυπώδη τεχνολογία καταβολής επιδομάτων (χρήματα που μεταφέρονται από τον ταχυδρόμο!) ή  με την διαχείριση της είσπραξης των φόρων που μαστίζεται από τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα, η  υπόθεση για την παραλλαγή του ΑΦΕ, η οποία εξαλείφει το πρόβλημα  της μεταφοράς των  χρημάτων των φορολογουμένων από και προς την εφορία, είναι πολύ ισχυρή. Από την άλλη πλευρά, στην εποχή των ηλεκτρονικών μεταφορών και με μια φορολογική διοίκηση που λειτουργεί αρκούντως καλά, το μεγαλύτερο μέρος των διοικητικών δαπανών που συνδέονται με ένα αποτελεσματικό σύστημα εγγυημένου ελάχιστου εισοδήματος, είναι το κόστος της πληροφόρησης και του ελέγχου: οι δαπάνες δηλαδή που απαιτούνται για την ενημέρωση όλων των δυνητικών δικαιούχων σχετικά με το τι δικαιούνται και ο έλεγχος των αιτούντων εάν αυτοί πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας. Εν προκειμένω, ένα καθολικό σύστημα είναι βέβαιο ότι θα αποδώσει  καλύτερα  από ό, τι ένα σύστημα οικονομικής αξιολόγησης βάσει εισοδήματος. Όσο η αυτοματοποίηση και η αξιοπιστία των διαδικασιών πληρωμής και είσπραξης αυξάνεται, τόσο είναι όλο και πιο πιθανό να είναι η φθηνότερη λύση εκ των δύο, υπό την διοικητική έννοια, για ένα δεδομένο βαθμό αποτελεσματικότητας στην προσέγγιση  όλων των φτωχών. Για αυτόν ακριβώς το λόγο  ο James Tobin (1997), για παράδειγμα, προτίμησε ένα καθολικό επίδομα με βάση δημογραφικά χαρακτηριστικά, από την παραλλαγή του αρνητικού φόρου εισοδήματος.